Όταν ήμουνα μικρούλης και πήγαινα δημοτικό, η δάσκαλα μου σε ερώτηση για το τι σημαίνει BFBS μου απάντησε με φυσικότητα και στόμφο πως, «BFBS παιδί μου σημαίνει British Fucking Bastard Shits».
Προσπάθησα, απεγνωσμένα και εις μάτην, να επαναλάβω όλα όσα μου είχε πει αλλά μοναχά έλεγα Britaish Fucker Bastord Shitto. Δεν είχα και το σωστό Britaish accent όπως τόνιζε, έτσι εκνευρίστηκε μαζί μου και δεν απαντήσε ποτέ στις πάμπολλες απορίες για την έννοια του Fucker Bastord.
Το Britaish ήξερα τι ήταν καθώς στο περίπτερο της μητέρας μου στο Παραλίμνι έρχονταν κάτι ασπρουλιαρικά παιδιά με κόκκινα μαλιά που αγοράζανε μόνο μπύρες και τραγουδούσαν “ Glory, glory Man United” και η μητέρα μου όταν φεύγανε έφτυνε χάμω με απέχθεια, πατούσε και έστριβε τα στοματικά εκκρίματα με το παπούτσι της, μουρμουρώντας « ΠαληοΕγγλέζοι». Όταν την ρώτησα γιατί το κάνει αυτό, μου απάντησε πως αυτοί είναι Britaish.
Ευτυχώς που πουλήσαμε το περίπτερο και αγοράσαμε Mexican restaurant στο Πρωταρά, διότι φοβόμουνα λιγάκι τους παληοΕγγλέζους που συνεχώς ήταν μεθυσμένοι, φωνάζανε, τραγουδούσανε και κοιμόντουσαν στα παγκάκια. Πάλε έρχονταν Britaish, αλλά ήταν γέροι και ήσυχοι. Οι πιο πολλοί πελάτες ήταν Λευκωσιάτες ή χωραίτες όπως έλεγε ο παπούς μου.
Το shitto έμαθα το που τον παπά μου, διότι μια φορά είπε της μητέρας μου «κόρη, πάω να κάμω shitto » και εγώ τον ακολούθησα κρυφά. Τον είδα να μπαίνει στην τουαλέτα και αφουγκράστηκα. Βογκούσε αγκομαχώντας ενώ ακούγονταν παρατετάμενοι μικροί ήχοι που τους ακολουθούσε ένας μονοκόμματος βαθύς θόρυβος και έτσι αντιλήφθηκα πως Shitto ήταν τα σκατά ή οι κλανιές.
Έτσι, τελικά το μόνο που κατάλαβα για το BFBS ήταν το ΠαληοΕγγλέζοι Fucker Bastord Σκατά / Κλανιές.
Πολύ είχα παραξενευτεί.
Στο μεταξύ, οι γονείς μου πούλησαν το Mexican Restaurant και μετακομίσαμε οικογενειακώς στη Λευκωσία. Στο Παραλίμνι πάμε για διακοπές το καλοκαίρι. Χτίσαμε μια πολυκατοικία και ανοίξαμε δυο εστιατόρια, ένα steak house και ένα Chinese restaurant. Όταν σπουδάσω, στο London, μου υποσχέθηκαν πως θα μου δώσουν το ρετιρέ, ενώ της αδελφής μου το χωράφι στα Λατσιά, για προίκα. Εγώ προτιμώ το χωράφι στα Λατσιά διότι θέλω να χτίσω ένα σπίτι με μεγάλο κήπο, επειδή αγαπώ τους σκύλλους. Εντούτοις, αν μου δώσουν τα δυο εστιατόρια και τη πολυκατοικία δεν θα έχω παράπονο που ένας ξένος θα πάρει το χωράφι μας, εφόσω θα έχω πολλά λεφτά για να αγοράσω χωράφι στη Μακεδονίτισσα.
Όταν μεγάλωσα λιγάκι πήγα στο English School ή ίνγκλιγκου ή βουτυροσχολείο. Πολλές επιλογές για να διαλέξετε. Προτείνω για όσους παρακάθησαν στις εξετάσεις εισδοχής και απέτυχαν, να επιλέξουν English School. Στο English School έμαθα σωστό accent, επίσης πως το Britaish Fucker Bastord Shitto προφέρεται ως British Fucking Bastard Shits και μεταφράζεται ως Βρεττανικά Γαμημένα Μπάσταρδα Γουρούνια.
Πολύ είχα παραξενευτεί.
Μια μέρα βρήκα το θάρρος να ρωτήσω τον teacher μου. Ο διάλογος που ακολουθεί είναι ενδεικτικός…….
- Sir, why do they call BFBS as British Fucking Bastard Shits?
Εκείνος εξεπλάγην αρχικά και μετέπειτα το ήδη πικρό πρόσωπο του μεταλλάχθηκε, εν μέσω διαφορετικών γκριμάτσων θυμού και σιχαμάρας, σε ακόμη ένα πιο πικρό πρόσωπο καρφωμένο με έναν αμετακίνητο μορφασμό βδελυγμίας.
- So, is that what they taught you at home; ρώτησε, έτοιμος να μου χυμήξει. Είχε λάβει θέση επιθέσης. Τα χέρια γύρω από τα παχάκια της μέσης του τρεμουλιάζαν ασυνάρτητα εκνευρισμένα, το σώμα, άκαμπτο με στήθος στητό που προέξεχε, στηριζόταν στις μύτες των ποδιών του, τα μάτια τεντωμένα και ορθάνοιχτα.
- No sir, του απαντησα εγώ τρομαγμένος. «Αμάν, τι είπα;» σκέφτηκα.
- Then where? με ρώτησε κάπως πιο ήρεμα.
Ανακουφίστηκα λιγάκι και του απάντησα χαμηλόφωνα, σάμπως και ντρέπομουν, με ένα ελαφρύ μειδίαμα ούτως ώστε να κατεδείξω πως αντιλαμβανόμουνα την ηλιθιότητα αύτων που χάθηκαν στην μετάφραση. (Ήθελα A στο report. Από μικρός καιροσκόπος αριβιστής.)
- At primary school.
- The pigs. The pigs. That’s what they do. Spreading animosity against us, after all that we’ve done for them. Ungrateful bastards. My son, BFBS means British Forces Broadcasting Service. It provides entertainment amongst the British Forces around the World protecting democracy, promoting peace and fighting terrorism. Some people in Cyprus don’t like the British and they make jokes about them. Do you understand?
- Yes, sir, του απάντησα ευγενικά, μάλλον μισουποκλινόμενα, έκανα μεταβολή που θα ζήλευε κάθε νεοσύλλεκτος και έφυγα με γοργά αθόρυβα βήματα.
Πολύ είχα παραξενευτεί.
Υ.Γ.
BFBS 1 : 89.7 F.M
BFBS 2 : 91.7 F.M
Website for online radio : http://www.ssvc.com/bfbs/radio/cyprus/index.htm.
Τρίτη 13 Μαΐου 2008
Τρίτη 29 Απριλίου 2008
Lucky
Τη βρήκε μια φίλη τυχαίως, ορφανή, δυο βδομάδων γατί.
Με κοιτά μ'αυτά τα πελώρια, αγνά, γαλάζια μάτια. Ξεψαχνίζει τη ψυχή μου. Σου αρκώ; Μιλάμε για 15 χρόνια - Θεού θέλοντος - θα μ'αντέξεις; Εγώ, εγώ θα αντέξω να σε κοιτάω κατάματα όπως σήμερα;
Lucky, αγάπη μου :)
Με κοιτά μ'αυτά τα πελώρια, αγνά, γαλάζια μάτια. Ξεψαχνίζει τη ψυχή μου. Σου αρκώ; Μιλάμε για 15 χρόνια - Θεού θέλοντος - θα μ'αντέξεις; Εγώ, εγώ θα αντέξω να σε κοιτάω κατάματα όπως σήμερα;
Lucky, αγάπη μου :)
Παρασκευή 25 Απριλίου 2008
Καλή Ανάσταση
Τίποτα δεν αξίζει να πει κανείς. Παραθέτω κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο Ελληνική Νομαρχία του "Ανώνυμος ο 'Ελλην" και συγκεκριμένα από το " Τα κατά του Κλήρου". Γραμμένο το 1806.
"Ο θάνατος κανενός Αρχιεπισκόπου αποδεικνύει φανερώτατα τον βρωμερόν χαρακτήρα της Συνόδου. Επειδή τότε γεννάται εν μίσος αναμεταξύ των, μεταχειριζόμενος καθείς κάθε ουτιδανώτερον μέσον, όπου δυνηθή, δια να αποκτήση εκείνην την επαρχίαν, το οποίον ακολουθεί εις όποιον δώση περισσότερα χρήματα".
" Έπρεπε να ξαναγυρίσει ο Χριστός, δια να σας φωτίση, επείδή εσείς, ούτε καν στοχάζεστε να ανοίξητε ποτέ εν βιβλίον, δια να λαμπρύνετε τον εσκοτισμένο σας νουν."
" Μας ανέφερον ποτέ πως διοικείται ο κόσμος και οποία είναι η καλλιτέρα διοίκησις;
Μας εξήγησαν ποτέ τι εστί αρετή και οποία είναι τα μέσα διά να την αποκτήση τινάς και πότε λάμπει η αρετή;"
Φευ! βαβαί της αθλιότητός μας! "
" Αλλά πως να φωτίσουν οι εσκοτισμένοι και να διδάξουν οι αμαθείς; Ας σιωπήσουν το λοιπόν, αν δεν ηξεύρουν τι να ειπούν! "
"Ο θάνατος κανενός Αρχιεπισκόπου αποδεικνύει φανερώτατα τον βρωμερόν χαρακτήρα της Συνόδου. Επειδή τότε γεννάται εν μίσος αναμεταξύ των, μεταχειριζόμενος καθείς κάθε ουτιδανώτερον μέσον, όπου δυνηθή, δια να αποκτήση εκείνην την επαρχίαν, το οποίον ακολουθεί εις όποιον δώση περισσότερα χρήματα".
" Έπρεπε να ξαναγυρίσει ο Χριστός, δια να σας φωτίση, επείδή εσείς, ούτε καν στοχάζεστε να ανοίξητε ποτέ εν βιβλίον, δια να λαμπρύνετε τον εσκοτισμένο σας νουν."
" Μας ανέφερον ποτέ πως διοικείται ο κόσμος και οποία είναι η καλλιτέρα διοίκησις;
Μας εξήγησαν ποτέ τι εστί αρετή και οποία είναι τα μέσα διά να την αποκτήση τινάς και πότε λάμπει η αρετή;"
Φευ! βαβαί της αθλιότητός μας! "
" Αλλά πως να φωτίσουν οι εσκοτισμένοι και να διδάξουν οι αμαθείς; Ας σιωπήσουν το λοιπόν, αν δεν ηξεύρουν τι να ειπούν! "
Δευτέρα 21 Απριλίου 2008
Η Βλακεία πέρα από τους βλάκες
Ένα εξαιρετικό άρθρο του Δημοσθένη Κούρτοβικ, από το ένθετο Βιβλιοδρόμιο της Εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ. Ας είναι καλά η φίλη που, λόγω της αγγλικής μου παιδείας, με πρότρεψε, λόγω της ελληνικής της παιδείας, να αναλώσω λίγο χρόνο και να εξερευνήσω την Ελληνική λογοτεχνία. Και μαγεύτηκα ευχάριστα. Η κυπριακή λογοτεχνία θα με μαγέψει ποτε;
Εγχειρίδιο βλακείας ή εγχειρίδιο ευφυΐας; Κλείνοντας το καινούργιο βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου είχα την εντύπωση πως διάβασα μάλλον το εγκώμιο του έξυπνου παρά την ανατομία του βλάκα. Ο έξυπνος άνθρωπος φαίνεται να είναι για τον συγγραφέα η επιτομή όλων των αρετών, που αναδεικνύονται εμφατικά μέσα από τα αντίστοιχα αρνητικά χαρακτηριστικά του ηλίθιου. Ο έξυπνος είναι και ευαίσθητος, ευθύς, ανεξίκακος, ανυστερόβουλος, μεγάθυμος, γεμάτος αυτοπεποίθηση, δυνατός κ.λπ.
Δεν ξέρω, μπορεί να είναι κι έτσι. Μακάρι να είναι έτσι. Για να πω την αλήθεια, γνωρίζω έξυπνους ανθρώπους που διέπραξαν τεράστιες βλακείες, και όχι μόνον άπαξ. Γνωρίζω και βλάκες που έκαναν ή είπαν έξυπνα πράγματα (ίσως λόγω βλακείας!). Οπότε, δεν είμαι σε θέση να χαράξω τα όρια ανάμεσα στην ευφυΐα και τη βλακεία με τόσο σίγουρο χέρι όσο ο Χαριτόπουλος, αν και αυτό μπορεί να δείχνει από μόνο του ότι δεν είμαι αρκετά έξυπνος.
Όχι πως διαφωνώ με τις βασικές διαπιστώσεις του. Πιστεύω κι εγώ πως υπάρχουν πολλά ριζώματα ηλιθιότητας στην ανθρώπινη κακία. Μόνο που και η εξυπνάδα δεν είναι, φευ, απαραίτητα η τροφός της καλοσύνης. Οι ψυχοπαθείς εγκληματίες, για να το τραβήξω λιγάκι στα άκρα, έχουν συχνά υψηλότατο ΙQ.
Εκείνο που μου έλειψε στο εγχειρίδιο του Χαριτόπουλου είναι, πώς να το πω, μια τραγική αίσθηση της μοίρας των έξυπνων, όπως τους ορίζει ο ίδιος, καθώς και το παραπλήρωμά της, μια πικρά ειρωνική, αλλά όχι γι΄ αυτό λιγότερο ρεαλιστική, εκτίμηση των ακαταμάχητων πλεονεκτημάτων που προσφέρει στους βλάκες η βλακεία τους. Ο Ολλανδός Ματάις φαν Μπόξελ, στην πρόσφατή του Εγκυκλοπαίδεια της βλακείας, έδειξε περισσότερη ευαισθησία σ΄ αυτό το ζήτημα. Στην αναμέτρηση με τον βλάκα ο έξυπνος βγαίνει κατά κανόνα νικημένος. Η βλακεία κάνει τον βλάκα πιο απρόβλεπτο απ΄ ό, τι η εξυπνάδα τον έξυπνο. Εκτός από αυτό, ο βλάκας απολαμβάνει τη μακαριότητα της άγνοιας και του υποτυπώδους ψυχισμού του, ενώ ο έξυπνος υπόκειται στους κινδύνους και τις φθορές της ανησυχίας του.
Για τον Χαριτόπουλο, όμως, ο έξυπνος είναι στεγανοποιημένος απέναντι στις επιδράσεις του βλακώδους περιβάλλοντός του. Δεν ανακατεύεται με το πλήθος, δεν μετέχει σε συλλογικά όργανα του ενός ή του άλλου είδους, δεν αναλώνεται συναισθηματικά στις πολύ προσωπικές σχέσεις του (αν έχει τέτοιες). Είναι μονήρης και αυτάρκης, τα βγάζει πέρα πάντα μόνος του. Πορεύεται τον μοναχικό δρόμο του με αριστοκρατική αταραξία και αυτοπειθαρχία, μολονότι δικαιούμαστε να ρωτήσουμε αν ο δρόμος αυτός τον οδηγεί σε κάποιο τέρμα διαφορετικό από την κοινή μοίρα όλων μας.
Όλα αυτά δεν περιγράφουν τόσο μια πραγματικότητα όσο ένα ιδεώδες, εφικτό το πολύ πολύ για τους έξυπνους εκείνους που βρίσκονται στη ζηλευτή θέση να είναι απαλλαγμένοι από οικονομικές σκοτούρες και συναισθηματικά αδιάβροχοι. Το δεύτερο, βέβαια, δεν ξέρω αν είναι όντως ζηλευτό, ο Χαριτόπουλος πάντως έτσι φαίνεται να το βλέπει. Οι ηθικές αρετές που αποδίδει στον έξυπνο έχουν, δεν μπορώ να αποφύγω αυτή την εντύπωση, κάτι το ψυχρό. Εν πάση περιπτώσει, επειδή ο Χαριτόπουλος δεν μεγάλωσε σε σαλόνια και έχει φάει τη ζωή με το κουτάλι, θα συμφωνήσει, υποθέτω, ότι υπάρχουν πολύ περισσότεροι έξυπνοι άνθρωποι που ούτε οικονομικά αυτοδύναμοι είναι ούτε υπεράνω κοινωνικών υποχρεώσεων ή κοινωνικών αναγκών. Τι γίνεται με αυτούς; Πώς αξιοποιούν την ευφυΐα τους στις σχέσεις τους με τον περίγυρό τους, στη δουλειά τους, στην πάλη με τις αντιφάσεις της ζωής;
Από τη στιγμή που ο έξυπνος βγαίνει στο κουρμπέτι, δεν έχει απέναντί του τόσο τον βλάκα, που, στατιστικά, απαντά όχι συχνότερα από όσο ο ίδιος, μα κάτι πολύ χειρότερο, γιατί η παρουσία του είναι πληθυντική και η πολλαπλασιασμένη επίδρασή του είναι ένα αρνητικό γινόμενο με θεσμοποιημένη και φοβερή ισχύ: τον μέτριο. Στις σημερινές μετριοκρατούμενες κοινωνίες μας, με κραυγαλέο παράδειγμα φυσικά την ελληνική, ο έξυπνος είναι χαμένος σχεδόν από χέρι. Η δημιουργικότητά του (νά ένα πραγματικά θεμελιώδες γνώρισμα του έξυπνου!) ενοχλεί, ταράζει, εμποδίζεται, αγνοείται και τελικά μαραίνεται. Ο μέγας Λαβουαζιέ, όταν ζήτησε από το επαναστατικό δικαστήριο αναβολή της εκτέλεσής του ώστε να μπορέσει να ολοκληρώσει μια σειρά σημαντικά πειράματά του, εισέπραξε την εξής απάντηση: «Η δημοκρατία δεν χρειάζεται μεγαλοφυΐες». ΄Ηταν μια από τις πιο αληθινές φράσεις που έχουν ειπωθεί ποτέ. Μιλάμε, βέβαια, για τη μαζική δημοκρατία, που προαναγγέλθηκε από τη Γαλλική Επανάσταση και έγινε πλήρως πραγματικότητα, με όλες τις απρόβλεπτες από τους θεωρητικούς της συνέπειες, στη δική μας εποχή.
Νομίζω πως το αριστοκρατικό ιδεώδες του κατά Χαριτόπουλο έξυπνου σηματοδοτεί στην πραγματικότητα μια αμυντική στάση απέναντι στην πλημμυρίδα των μέτριων μάλλον παρά των ηλιθίων. Συνειδητοποιώντας ότι το να προσπαθεί να εμπνεύσει τους συνασπισμένους μέτριους είναι σαν να θέλει να μάθει σε ιπποπόταμους να χορεύουν μπαλέτο (κάτι τέτοια γίνονται μόνο στη φαντασία ενός Ντίσνεϋ), ο έξυπνος αναζητεί την ελευθερία και την εσωτερική αρμονία στην απομόνωση ενός στεγανού ιδιωτικού κόσμου, συγκροτημένου από τον ίδιο με αυστηρές επιλογές.
Όταν ο Χαριτόπουλος λέει ότι οι πρώτοι που τρέχουν να ενταχτούν σε σωματεία, συλλόγους, οργανώσεις, επιτροπές, κυκλώματα είναι οι βλάκες, στην πραγματικότητα εννοεί τους μέτριους (οι βλάκες δεν φτάνουν για να γεμίσουν τόσους καταλόγους μελών). Και, με αυτή την έννοια, έχει απόλυτο δίκιο. Ο βλάκας έχει μια, θα έλεγα, αρνητική δημιουργικότητα. Μπορεί να κάνει ζημιά, αλλά συχνά διαταράσσει την ακινησία, ανοίγοντας συχνά καινούργιες προοπτικές. Αντίθετα, οι συσπειρωμένοι μέτριοι είναι η κατ΄ εξοχήν δύναμη της αδράνειας μιας κοινωνίας. Πράγματι, όπως σημειώνει ο Χαριτόπουλος, καμιά νέα ιδέα δεν γεννήθηκε σε επιτροπή, ενώ πολλές θάφτηκαν εκεί. Και, όπως ξέρουμε, ζούμε στην εποχή των επιτροπών.
Οι βλάκες σε βγάζουν έξω από τα ρούχα σου. Μπορούν και να σε βλάψουν άσχημα. Αλλά στιγμιαία. Οι μέτριοι, απεναντίας, θα σε τραβάνε μια ζωή από το πόδι μέσα στο τέλμα τους. Ο Χαριτόπουλος, μια χαρισματική προσωπικότητα με όλες τις αντιφάσεις της, κάτι πρέπει να έχει διδαχτεί από τη συγγραφική πορεία του και τη σχέση του με το αναγνωστικό κοινό του.
Εγχειρίδιο βλακείας ή εγχειρίδιο ευφυΐας; Κλείνοντας το καινούργιο βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου είχα την εντύπωση πως διάβασα μάλλον το εγκώμιο του έξυπνου παρά την ανατομία του βλάκα. Ο έξυπνος άνθρωπος φαίνεται να είναι για τον συγγραφέα η επιτομή όλων των αρετών, που αναδεικνύονται εμφατικά μέσα από τα αντίστοιχα αρνητικά χαρακτηριστικά του ηλίθιου. Ο έξυπνος είναι και ευαίσθητος, ευθύς, ανεξίκακος, ανυστερόβουλος, μεγάθυμος, γεμάτος αυτοπεποίθηση, δυνατός κ.λπ.
Δεν ξέρω, μπορεί να είναι κι έτσι. Μακάρι να είναι έτσι. Για να πω την αλήθεια, γνωρίζω έξυπνους ανθρώπους που διέπραξαν τεράστιες βλακείες, και όχι μόνον άπαξ. Γνωρίζω και βλάκες που έκαναν ή είπαν έξυπνα πράγματα (ίσως λόγω βλακείας!). Οπότε, δεν είμαι σε θέση να χαράξω τα όρια ανάμεσα στην ευφυΐα και τη βλακεία με τόσο σίγουρο χέρι όσο ο Χαριτόπουλος, αν και αυτό μπορεί να δείχνει από μόνο του ότι δεν είμαι αρκετά έξυπνος.
Όχι πως διαφωνώ με τις βασικές διαπιστώσεις του. Πιστεύω κι εγώ πως υπάρχουν πολλά ριζώματα ηλιθιότητας στην ανθρώπινη κακία. Μόνο που και η εξυπνάδα δεν είναι, φευ, απαραίτητα η τροφός της καλοσύνης. Οι ψυχοπαθείς εγκληματίες, για να το τραβήξω λιγάκι στα άκρα, έχουν συχνά υψηλότατο ΙQ.
Εκείνο που μου έλειψε στο εγχειρίδιο του Χαριτόπουλου είναι, πώς να το πω, μια τραγική αίσθηση της μοίρας των έξυπνων, όπως τους ορίζει ο ίδιος, καθώς και το παραπλήρωμά της, μια πικρά ειρωνική, αλλά όχι γι΄ αυτό λιγότερο ρεαλιστική, εκτίμηση των ακαταμάχητων πλεονεκτημάτων που προσφέρει στους βλάκες η βλακεία τους. Ο Ολλανδός Ματάις φαν Μπόξελ, στην πρόσφατή του Εγκυκλοπαίδεια της βλακείας, έδειξε περισσότερη ευαισθησία σ΄ αυτό το ζήτημα. Στην αναμέτρηση με τον βλάκα ο έξυπνος βγαίνει κατά κανόνα νικημένος. Η βλακεία κάνει τον βλάκα πιο απρόβλεπτο απ΄ ό, τι η εξυπνάδα τον έξυπνο. Εκτός από αυτό, ο βλάκας απολαμβάνει τη μακαριότητα της άγνοιας και του υποτυπώδους ψυχισμού του, ενώ ο έξυπνος υπόκειται στους κινδύνους και τις φθορές της ανησυχίας του.
Για τον Χαριτόπουλο, όμως, ο έξυπνος είναι στεγανοποιημένος απέναντι στις επιδράσεις του βλακώδους περιβάλλοντός του. Δεν ανακατεύεται με το πλήθος, δεν μετέχει σε συλλογικά όργανα του ενός ή του άλλου είδους, δεν αναλώνεται συναισθηματικά στις πολύ προσωπικές σχέσεις του (αν έχει τέτοιες). Είναι μονήρης και αυτάρκης, τα βγάζει πέρα πάντα μόνος του. Πορεύεται τον μοναχικό δρόμο του με αριστοκρατική αταραξία και αυτοπειθαρχία, μολονότι δικαιούμαστε να ρωτήσουμε αν ο δρόμος αυτός τον οδηγεί σε κάποιο τέρμα διαφορετικό από την κοινή μοίρα όλων μας.
Όλα αυτά δεν περιγράφουν τόσο μια πραγματικότητα όσο ένα ιδεώδες, εφικτό το πολύ πολύ για τους έξυπνους εκείνους που βρίσκονται στη ζηλευτή θέση να είναι απαλλαγμένοι από οικονομικές σκοτούρες και συναισθηματικά αδιάβροχοι. Το δεύτερο, βέβαια, δεν ξέρω αν είναι όντως ζηλευτό, ο Χαριτόπουλος πάντως έτσι φαίνεται να το βλέπει. Οι ηθικές αρετές που αποδίδει στον έξυπνο έχουν, δεν μπορώ να αποφύγω αυτή την εντύπωση, κάτι το ψυχρό. Εν πάση περιπτώσει, επειδή ο Χαριτόπουλος δεν μεγάλωσε σε σαλόνια και έχει φάει τη ζωή με το κουτάλι, θα συμφωνήσει, υποθέτω, ότι υπάρχουν πολύ περισσότεροι έξυπνοι άνθρωποι που ούτε οικονομικά αυτοδύναμοι είναι ούτε υπεράνω κοινωνικών υποχρεώσεων ή κοινωνικών αναγκών. Τι γίνεται με αυτούς; Πώς αξιοποιούν την ευφυΐα τους στις σχέσεις τους με τον περίγυρό τους, στη δουλειά τους, στην πάλη με τις αντιφάσεις της ζωής;
Από τη στιγμή που ο έξυπνος βγαίνει στο κουρμπέτι, δεν έχει απέναντί του τόσο τον βλάκα, που, στατιστικά, απαντά όχι συχνότερα από όσο ο ίδιος, μα κάτι πολύ χειρότερο, γιατί η παρουσία του είναι πληθυντική και η πολλαπλασιασμένη επίδρασή του είναι ένα αρνητικό γινόμενο με θεσμοποιημένη και φοβερή ισχύ: τον μέτριο. Στις σημερινές μετριοκρατούμενες κοινωνίες μας, με κραυγαλέο παράδειγμα φυσικά την ελληνική, ο έξυπνος είναι χαμένος σχεδόν από χέρι. Η δημιουργικότητά του (νά ένα πραγματικά θεμελιώδες γνώρισμα του έξυπνου!) ενοχλεί, ταράζει, εμποδίζεται, αγνοείται και τελικά μαραίνεται. Ο μέγας Λαβουαζιέ, όταν ζήτησε από το επαναστατικό δικαστήριο αναβολή της εκτέλεσής του ώστε να μπορέσει να ολοκληρώσει μια σειρά σημαντικά πειράματά του, εισέπραξε την εξής απάντηση: «Η δημοκρατία δεν χρειάζεται μεγαλοφυΐες». ΄Ηταν μια από τις πιο αληθινές φράσεις που έχουν ειπωθεί ποτέ. Μιλάμε, βέβαια, για τη μαζική δημοκρατία, που προαναγγέλθηκε από τη Γαλλική Επανάσταση και έγινε πλήρως πραγματικότητα, με όλες τις απρόβλεπτες από τους θεωρητικούς της συνέπειες, στη δική μας εποχή.
Νομίζω πως το αριστοκρατικό ιδεώδες του κατά Χαριτόπουλο έξυπνου σηματοδοτεί στην πραγματικότητα μια αμυντική στάση απέναντι στην πλημμυρίδα των μέτριων μάλλον παρά των ηλιθίων. Συνειδητοποιώντας ότι το να προσπαθεί να εμπνεύσει τους συνασπισμένους μέτριους είναι σαν να θέλει να μάθει σε ιπποπόταμους να χορεύουν μπαλέτο (κάτι τέτοια γίνονται μόνο στη φαντασία ενός Ντίσνεϋ), ο έξυπνος αναζητεί την ελευθερία και την εσωτερική αρμονία στην απομόνωση ενός στεγανού ιδιωτικού κόσμου, συγκροτημένου από τον ίδιο με αυστηρές επιλογές.
Όταν ο Χαριτόπουλος λέει ότι οι πρώτοι που τρέχουν να ενταχτούν σε σωματεία, συλλόγους, οργανώσεις, επιτροπές, κυκλώματα είναι οι βλάκες, στην πραγματικότητα εννοεί τους μέτριους (οι βλάκες δεν φτάνουν για να γεμίσουν τόσους καταλόγους μελών). Και, με αυτή την έννοια, έχει απόλυτο δίκιο. Ο βλάκας έχει μια, θα έλεγα, αρνητική δημιουργικότητα. Μπορεί να κάνει ζημιά, αλλά συχνά διαταράσσει την ακινησία, ανοίγοντας συχνά καινούργιες προοπτικές. Αντίθετα, οι συσπειρωμένοι μέτριοι είναι η κατ΄ εξοχήν δύναμη της αδράνειας μιας κοινωνίας. Πράγματι, όπως σημειώνει ο Χαριτόπουλος, καμιά νέα ιδέα δεν γεννήθηκε σε επιτροπή, ενώ πολλές θάφτηκαν εκεί. Και, όπως ξέρουμε, ζούμε στην εποχή των επιτροπών.
Οι βλάκες σε βγάζουν έξω από τα ρούχα σου. Μπορούν και να σε βλάψουν άσχημα. Αλλά στιγμιαία. Οι μέτριοι, απεναντίας, θα σε τραβάνε μια ζωή από το πόδι μέσα στο τέλμα τους. Ο Χαριτόπουλος, μια χαρισματική προσωπικότητα με όλες τις αντιφάσεις της, κάτι πρέπει να έχει διδαχτεί από τη συγγραφική πορεία του και τη σχέση του με το αναγνωστικό κοινό του.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
